διωγμός


διωγμός
[дьбгмос] ουσ. а. преследование, гонение.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διωγμός" в других словарях:

  • διωγμός — the chase masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμός — ο καταδίωξη με σκοπό την εξόντωση, κατατρεγμός, αποπομπή: Διωγμός των χριστιανών. – Διωγμός των αντιφρονούντων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διωγμός — ο (AM διωγμός) [διώκω] 1. καταδίωξη 2. καταδίωξη που αποβλέπει σε εξόντωση, κατατρεγμός («οι διωγμοί τών Αρμενίων, τών Εβραίων κ.λπ.», «οἱ διωγμοὶ τῶν Χριστιανῶν») 3. αποπομπή αρχ. κυνήγι …   Dictionary of Greek

  • διωγμοῖς — διωγμός the chase masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμοῖσι — διωγμός the chase masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμοί — διωγμός the chase masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμοῦ — διωγμός the chase masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμούς — διωγμός the chase masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμῶν — διωγμός the chase masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διωγμῷ — διωγμός the chase masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)